Βρώμικος ή Βρόμικος ;

Μεγάλη  αμηχανία προκαλεί η  διπλή  γραφή του επιθέτου  βρώμικος-η-ον  /  βρόμικος-η-ο. Επί τούτου ,σε δύο  καθημερινές  εφημερίδες  διαβάζουμε  »βρώμικος  πόλεμος»  στην μια και »βρόμικος πόλεμος στην άλλη .Είναι και τα δύο ορθά ή ένα από τα δύο ; Είναι άραγε ταυτόσημα εννοιολογικά και  ετυμολογικά, τα βρώμικος / βρόμικος , ή  έχουν διαφορετική ορθογραφία ,διότι έχουν άλλη ετυμολογική ρίζα συνεπώς και διαφορετικό νόημα;  Τις απορίες  αυτές  μπορούν να μας  τις λύσουν τα καλά και σύγχρονα Νεοελληνικά λεξικά μας .Ας αρχίσουμε την έρευνα .                                                                      ΕΜΜ.ΚΡΙΑΡΑ – » Νέο-ελληνικό  λεξικό ».                                                                                          Βρόμικος , αυτός που είναι γεμάτος βρομιά . Ανήθικος { μεταφ.}.

A.Π.Θ {Ιδρ. Μαν.Τριανταφυλλίδη} – » Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής «.                                Βρόμικος { αντιθ. καθαρός }= αυτόν που τον χαρακτηρίζει η βρομιά. Βρομάω : { ελνστ. βρωμώ [ < βρώμος , βρόμος  ‘βρόμα’ ], διαφορετικό {;}από το αρχαίο ‘βρόμος ‘= δυνατός θόρυβος { ορθογραφία απλοποιημένη !! }.

ΑΚΑΔ.ΑΘΗΝΩΝ  – » Χρηστικό λεξικό της Νέο-ελληνικής γλώσσας ».                                         Βρόμικος & Βρώμικος = αυτός που χαρακτηρίζεται από βρομιά , έλλειψη καθαριότητας και συνήθως άσχημη μυρωδιά.

Αντιλαμβάνεσθε , ότι όχι μόνο δεν λύθηκαν επαρκώς οι απορίες  ,αλλά ότι η ασάφεια επιτάθηκε. Ο Εμμ.Κριαράς  καταγράφει ΜΟΝΟ βρόμικος. Το Λ.Κ.Ν  καταγράφει βρόμικος το οποίο προέρχεται από το βρομάω δηλαδή από το…βρωμώ {!;}.Τέλος το Χρηστικό καταγράφει και τους δύο τύπους {ίσως για να υπάρχει το δικαίωμα επιλογής }.           Ποιός  όμως  έχει δίκιο και ποιος  άδικο ;

1. BΡΟΜΩ  ή  ΒΡΩΜΩ ;                                                                                                                         Διαφέρει το Βρομώ από  το Βρωμώ. Η ορθογραφία θα μας οδηγήσει στην ορθή ετυμολογία εκάστου ρήματος  και στην αληθινή σημασία του.                                                    ΠΑΝ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ  – » Λεξικό ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ».             Βρέμω = βρυχώμαι ,ωρύομαι , θορυβώ..  Παράγωγα : βρόμος ,βρομέω-ώ ,βρόμιος ,βρομιάζομαι , βροντή.

Βρέμω  < [ *ΒΡΕΜ- ] και με μετάπτωση το [ *ΒΡΕΜ- ] —-> [ *ΒΡΟΜ-].InkedΣάρωση_20180322 (2)_LI ΙΑΚ. ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΥ  – » Πελασγικά ».                                                                                              Βρετάς = κραυγάζω ,φωνάζω ,βραταγώ [= ψοφώ]. Βρέμω =ηχώ, φωνάζω .Βριμή= απειλή.

Π.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ  – » Η Θεσσαλική θεά Εν[ν[οδία ή Φεραία θεά ».                                           BΡΙΜΩ : Η θεά που φωνάζει δυνατά και οργισμένα { ενεβριμήσατο }  αναγκάζοντας  τον Ερμή να σταματήσει το εγχείρημά  του. 

ΔΑΜ. ΣΤΡΟΥΜΠΟΥΛΗ  – » Ετυμολογικό λεξικό της Ελληνικής ».                                  Ροχθέω ,Βροχθέω ,Βροθέω = κάνω θόρυβο. Βρομέω =βομβώ ,κροτώ .Βρόμος = ταραχή ,θόρυβος .Βρόμιος =ο προκαλών κρότον, θόρυβον. Βρέμω =ηχώ δυνατά. Βροντή = κρότος.

ΓΡ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ  – » Λεξικόν  ερμηνευτικόν ».                                                                             Βρέμω { > βροντή } .Βρέμω = fremo {Λατ.}

ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ  – » Ανώμαλα ρήματα της Αρχ. Ελληνικής γλώσσης ».     Βροτάω-ώ = βροντώ , κάμνω βροντήν , μπουμπουνίζω. Βρέμω { fremo } < [*BΡEM-].  Καθ ‘ εταιροίωσιν του  [ε]  σε  [ο]  το [*ΒΡΕΜ-]  γίνεται   [*ΒΡΟΜ-] > Βροτώ .

ΠΑΝ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – » Λεξικό ρημάτων της Αρχ. Ελληνικής γλώσσας ».        Βιβρώσκω = τρώγω , καταβροχθίζω ,καταπίνω. Παράγωγα : α].Από { *ΒΡΟ-,*ΒΟΡ-}:βορά, βορός ,[κατά]βροχθίζω  β].Από {*ΒΡΩ-} : βρώμαι ,βρώσις ,βρώμη,βρώσιμος ,βρωτός [ βρωμώ]  γ]. βάραθρον.

Βιβρώσκω : βι { ενεστ.αναδιπλ } + βρω [ από μετάπτωση  της ρ. *βρο- ] +σκ { προσφ.} – ω.InkedΣάρωση_20180321_LI                                                                                                                                                     ΠΑΝ. ΚΟΛΛΙΑ -»Λεξικόν των βασικών ρημάτων της Αρχ. Αττικής πεζογραφίας».    Βιβρώσκω : βι { ενεστ.αναδιπλ.} + βρω { από ρ.[ *βορ- ] και  δια μετ. των φθόγγων [ ορ = ρο ] > *[βρο-] και δια μεταπτ. > [*βρω-]  + σκ { προσφ.} – ω. Βορά { > Voro }.

ΔΑΜ. ΣΤΡΟΥΜΠΟΥΛΗ  – » Ετυμολογικό λεξικό της Ελληνικής ».                                      Βρόω ,βρώμι , βρώσκω , βιβρώσκω = τρώγω.

LIDDELL & SCOTT – » Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                   Βάραθρον = βράθυ { < βιβρώσκω }. Λατ. vorare , vorago .


2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ  ΑΝΑΔΡΟΜΗ                                                                                                     ΟΜΗΡΟΥ – » Ιλιάς », { Π – 642 }.                                                                                                        Βρομέουσι = βομβούν .

ΟΜΗΡΟΥ  – » Οδύσσεια »,{ μ – 23  }.                                                                                                     << Εσθίετε  βρώμην = τρώτε   βρώσιν  >>.

Ι.ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ  – » Λεξικόν Ομηρικόν » .                                                                                         Βρέμω > βρόμος {=πάταγος,κριγμός }  > βρομέω {= βομβώ } . Βρώμη &  βρώμα = έδεσμα,φαγητόν. Βρωτύς =βρώσις ,εδωδή , το φαγείν.

ΗΣΥΧΙΟΥ του ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ – » Λεξικόν ».                                                                   Βρόμιος =ο Σάτυρος ή ο Διόνυσος. Βρόμος = ιδίωμα ήχου ,ήχος, σπέρμα λεπτής κριθής ,βοτάνη. Βόρμος & Βρόμος = τροφή τετραπόδων. Βορόν = βρωτικόν .Βορός =πολυφάγος,άπληστος. Βρωμέεν = οζόμενον ,βαρυώδες ,δυσώδες.Βρώμος = οσμή , τόπος στον οποίον   ουρούν και αφοδεύουν οι έλαφοι. Βρωμωμένου = ογκωμένου .Βρωτόν = βρώσιμον.

THOMAS  GAISFORD  -» Etymologicon Magnum Lexicon ».                                                       Βρόμος :  1.κυρίως ο ήχος του πυρός . Πεποιημένη  είναι η φωνή  κατά μίμηση του ψόφου[=θορύβου ] της φωτιάς 2. από το βρέμω > βρόμος  3. ο ήχος του ανέμου { βρομήσει = φυσήσει }. Βρόμιος ο Διόνυσος { < βρέμω  }. Βροντή : { <  βρομή  < βρέμω  }. Βρωμηστής : 1.χορτοφάγος 2. και ογκούμενος  όνος  δια λιμόν  {= γα’ι’δούρι που ογκαρίζει / γκαρίζει από πείνα}. Βρώσις = τροφή ,βρώμη, βρώμα.

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ { Αρχ. Θεσ/νικης  }- » Παρεκβολαί εις την Ιλιάδα και την Οδύσσειαν ».              1.Βρόμος, κυρίως επί ανέμων και επί πυρός , εξ αυτών  και το βρέμειν..Βρόμος  και η ιαχή. Έβρεμον γαρ ως πυρ , ίαχον δε ως άνεμος  2. Βρόμον  λέγει και ο Παυσανίας το σπέρμα ,το όμοιο με την λεπτή κριθή , το κοινώς λεγόμενον βρόμιον  3. Βρωμάσθαι , τίθεται επί αρσένων όνων , όταν  αυτοί λιμοκτονούν και το βρωμάσθαι βρώμης  , σημαίνει το τροφής  δείσθαι {= έχω ανάγκη τροφής }.

CORN.SCHREVELIUS  – » Lexicon manuale graeco-latinum et latino-graecum » .                  Βρέμω =fremo  .Βρώσκω = to browse {Angl }. Βρωτός = Bread {Angl. }.Το βρωτόν δηλαδή έδωσε το Αγγλικο  Bread .

CORN.SCHREVELIUS  – » Lexicon, in Greek and English ».                                                        H  μεταγενέστερη μετάφραση του λεξικού στην Αγγλική γράφει : << Whence{ αρχ.} perhaps Engl. Bread  = Aπ ‘ αυτό ίσως το Bread >>. Δηλαδή προστέθηκε κάτι που δεν υπήρχε στο αρχικό  Ελληνο-λατινικό λεξικό : το ίσως .

ΑΝΘ.ΓΑΖΗ  – » Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                                                            Βρομέω -ώ = βρέμω .1] επί μυγών , σφηκών, κλπ. 2] επί νερού βράζοντος.  Βρόμιος = αυτός που κάνει βρόμον , κτύπον ,ο ηχητικός. 2] Επίθετο του Βάκχου , επειδή ο Δίας ερχόταν στην Σεμέλη με κρότο από τις βροντές και τις αστραπές , όταν αυτή κυοφορούσε τον Βάκχον  ή απ΄ τις βοές των περιπλανωμένων στα όρη βακχευόντων κατά την διάρκεια της νύκτας. Βρόμος ,ο,η { < βρέμω } = βρόντος , ήχος ακουστός.

ΑΝΘ.ΓΑΖΗ  – » Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                                                         Βρωμάομαι-ώμαι = βρωμέω .Αγγαρίζω [=γκαρίζω ], ίσως εκ του βρέμω. 2]. Εκ του βρώμος = εκδίδω κακήν οσμήν , βρομώ {;}. Εκ του βρώμα παράγεται το βρωμάω και το βρωμάσθαι , το επιθυμίαν εχειν προς το φαγείν. Το δε βρόμος , οσμή , και βρόμα , δια του όμικρον γράφεται ,προς διαφοράν του βρώμα = φαγητού , κατά παρατήρησιν των νεωτέρων.!! { δηλαδή σύγχυσις }.!

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ  – » Των περί τα ζώα ιστοριών », { Ζ’ – 579 a }.                                                    Ο Αριστοτέλης γράφει ‘βρωμάται’ και όχι  ‘βρομάται’. !

ΜΑΡΙΟΥ  ΒΕΡΕΤΤΑ  – » Τα  βρωμόλογα  των Αρχαίων Ελλήνων ».                                  Βρώμος = η αποκρουστική μυρωδιά των τράγων κατά την εποχή της οχείας .Βρώμος = η τραγίλα, η τρα’ί’σια  μυρουδιά.

ΣΚΑΡΛΑΤΟΥ Δ. του ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ  – » Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                Βρομέω { < βρόμος } =Βρέμω , βο’ί’ζω  { σαν το μελίσσι κτλ.}.Βρόμος { < βρέμω } = βοή { κυρίως πυρός , ανέμου κτλ.}, κρότος  { βροντής κτλ. },ήχος { αυλών κτλ. }.Βρόμιος = 1]. ο κάμνων κρότον { βρόμον }, βου’ί’ζων , αντηχών, θορυβώδης  2]. ο Βάκχος  ή ο οίνος  3]. ο ανήκων στον βρόμιον , ο βακχικός.

ΣΚΑΡΛΑΤΟΥ Δ. του ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ – » Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                 Βρωμάομαι-ώμαι ={ < βρέμω } = 1. ογκάομαι {= γκαρύζω } 2.{ μεταγενέστερον }  εκ του βρώμος = όζω { κοιν.  βρωμώ }. Βρώμα ή βρώμη = τροφή ,φαγητόν. Βρώμησις =γκάρυσμα. Βρώσις { < βιβρώσκω } =1.το τρώγειν  2. σήψις , φθορά.

ΣΠΥΡ.ΖΑΜΠΕΛΙΟΥ  – » Πηγές της  Νεοελληνικής εθνότητας », { σελ. 508-509 }.                      <<… Κατά τον 10ο αιώνα -που έζησε ,κατά την γνώμη μας- ο Ψευδηρωδιανός { άρα σύγχρονος του Νικ.Φωκά } έγραψε ένα πόνημα ,όπου μπορούμε να συνάγουμε αξιόλογα δεδομένα για την κατάσταση της τότε καθομιλουμένης… .Στις μέρες του συγγραφέα αυτού , το όζω λεγόταν βρωμώ κτλ…>>.

LIDDELL & SCOTT   – » Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                              Όζω {Δωρ. όσδω } < [*ΟΔ-] = μυρίζω { και επί ευαρέστου και επί δυσαρέστου οσμής  } . Οσμή { <  οδ-μή  } , ευώδης , δυσώδης.

Ν.Π. ΑΝΔΡΙΩΤΗ  – » Ετυμολογικό  λεξικό της κοινής Νεοελληνικής ».                                   Βρόμα η [ < βρομώ { υποχωρητ.}!;! ] .Βρώμα = φαγέδαινα  του στόματος. Βρόμικος { < βρόμα }.Βρόμιος  < βρόμιος [μσν.] < βρομώ { υποχωρητ.}.Βρομώ {< βρόμος  [υποχωρητ.] }= κροτώ . Η σημασία βρομώ = όζω , ήδη μεσαιωνική .

Γ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗ  – » Σύγχρονο λεξικό ΟΡΩΝ και ΘΕΜΑΤΩΝ γλωσσολογικών ».         Υποχωρητικός σχηματισμός λέξεων , σελ.409 . Κατά την υποχωρητική παραγωγή , η βραχύτερη λέξη παράγεται από μακρότερη {;}. { Το βρόμα από το βρομώ  υπακούει στον κανόνα ;}.

Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ – » Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                                   [1].Βρώμος [ < βιβρώσκω ] =βρώμα , τροφή , φαγητό [2]. Βρώμος = { μετγν ,μσν. και δημ.} δυσωδία, δυσοσμία ,κακοσμία ,ιδίως δε η αποφορά των ζώων κατά την εποχή του ζευγαρώματος, βρώμα   [3]. Βρώμος = γένος φυτών [βοταν.].

ΦΡΥΝΙΧΟΥ  – »  Εκλογαί  ρημάτων και ονομάτων αττικών &  αποσπάσματα Ηρωδιανού ».  Βρώμος  δεν πρέπει να λέγεται επί της δυσωδίας .Επί της δυσωδίας ,άχαριν οσμήν λέγε , όπως ακριβώς οι κωμωδοποιοί …

Η εσφαλμένη γραφή.                                                                                                                           ΠΑΛ. ΔΙΑΘΗΚΗ  – » Ιώβ », { 6,7 }.                                                                                                 << .. διότι δεν μπορεί να σταματήσει  η οργή μου . Επειδή  σαν βρώμη { βρόμος ,  λανθασμένη  γραφή αντί βρώμος }, με την οποίαν τρέφονται τα ζώα και όχι οι άνθρωποι, βλέπω τις τροφές μου και η μυρωδιά τους  μου προκαλεί αηδία , όπως η δυσώδης οσμή  του λέοντος >>.

ΒΙΤΖ.ΚΟΡΝΑΡΟΥ  – » Ερωτόκριτος » , { δ’ , 538-540 }.                                                                   Βρόμον { λανθασμένη γραφή αντί  βρώμον = βρωμιά }.


3. H  ΣΥΓΧΥΣIΣ.   fart                                                      J.B.HOFMANN  – » Ετυμολογικόν λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής ».                                    Βρώμος { ορθότερον βρόμος !; } = δυσωδία , δυσοσμία. Βρωμέω ,βρωμάομαι = αναδίδω δυσάρεστον οσμή ,βρομώ { > ex-bromare } : ταυτόσημο στο  βρόμος , ο τονθορυσμός, μέγας  θόρυβος { πβ. το κρούειν ,πέρδεσθαι ,βρομάν }.

ΠΑΠΥΡΟΥ – » Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας ».                                                                              Στην λ. βρόμος ,η έννοια του θορύβου συνδέθηκε με κάποια δυσωδία [… της πορδής ] που ακολουθεί μετά τον θόρυβο […της κλανιάς! ] και κατέληξε να σημαίνει την ίδια την δυσωδία […της πορδής ! ].

Γ.ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ  – » Ετυμολογικό λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας ».                             Βρομώ : αρχική σημασία ‘θορυβώ’ —-> [ελνστ.σημασία] μυρίζω’ άσχημα , ίσως με ενδιάμεση σημασία ‘πέρδομαι’{!}.

Γ.ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ  – » Λεξικό των Δυσκολιών & των Λαθών στη χρήση της Ελληνικής ».     Βρόμικος .Τα στοιχεία δείχνουν ότι αφετηρία υπήρξε το αρχ.βρομώ ,που αρχικά σήμαινε ‘θορυβώ’ και αργότερα ‘‘μυρίζω άσχημα »{ ίσως με ενδιάμεση σημασία το ‘‘πέρδομαι’‘ }.

Η πορδή μπορεί να σκοτώσει ή να σώσει.!                                                                        ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ  ΠΑΛΑΤΙΝΗ   – » Σκωπτικά επιγράμματα ‘‘ ,΄βιβλ. ΙΑ’ { μέρος β’ }, [395].       Η πορδή άμα δεν βρει  διέξοδο σκοτώνει πολλούς. Η πορδή όμως σώζει  όταν σκορπά την τραυλή μελωδία της .Η πορδή επειδή και σώζει και σκοτώνει έχει ίδια δύναμη με τους βασιλιάδες.!

Σίγουρα η δύναμη της πορδής είναι μεγάλη και μπορεί -έστω και καθ’ υπερβολήν » να συγκριθεί με την βασιλική δύναμη. Εν τούτοις  δεν είναι όλοι οι θόρυβοι κλανιές  ,ούτε όλες  οι κλανιές  ,τοιούτως ειπείν ,..θορυβώδεις  –  καθ ‘ όσον υπάρχουν  είδη  πορδών   :     << Κλάσιμο     >>. Έτσι δεν μπορεί το ρήμα βρομώ να συσχετιστεί αποκλειστικά με το ρ. πέρδομαι  ,ούτως ώστε να σημαίνει πρώτα τους κανονιοβολισμούς της κλανιάς και κατόπιν την διάχυση δυσόσμων  αερίων .Διότι υπάρχουν και οι λεγόμενες» κούφιες» ή »θανατηφόρες »  πορδές  ,ιδιαιτέρως μετά την βρώσιν τρωγαλίων{= στραγάλια } ,όπου ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής τους είναι η  ταχεία εκκένωσις του χώρου . Άλλες φορές πάλι το »κλανίδι» μπορεί να οδηγήσει ακόμη και εις την κατάκτησιν της φιλοσοφίας  :         << Από το πέρδεσθαι στο φιλοσοφείν . >> αλλά δεν είναι ό,τι το εύοσμον και ενίοτε ό,τι το επιθυμητόν. To βδέω  μάλιστα μπορεί να εκφράσει ικανώς  την έννοια του πέρδομαι  καθώς και της δυσωδίας.                                                                                                                       LIDDELL &  SCOTT  – » Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                              Bδέω = 1]. κλάνω , πέρδομαι  2].[καθόλου] αποφέρω δυσωδίαν , βρωμώ. [ εντεύθεν τα βδύλλω, βδελυρός,βδελύσσομαι .Βδόλος { < βδέω } = δυσωδία ,βρώμα{πορδής ή λύχνου}.

ΗΣΥΧΙΟΥ του ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ  – » Λεξικόν ».                                                                                 Bδελυγμία = δυσωδία.

Η σύγχυση  λοιπόν της εννοίας του ρ.βρομώ με την έννοια του ρ.βρωμώ κατέληξε στο …πέρδομαι. Γιατί όμως  αυτή η σύγχυση ; Εφόσον το ρ. βρομώ {= θόρυβος , κρότος } έχει σχέση με το αισθητήριο  της ακοής , πώς  μπορεί να συγχέεται  με το ρ.βρωμώ { = τρώγω } και τα βρώματα { = φαγητά } και τις  οσμές που αναδύονται απ’αυτά ,τα οποία έχουν σχέση  με το αισθητήριο της οσφρήσεως  ;                  



                  Tας  θύρας κλείσατε ,τους οφθαλμούς ανοίξατε. Εκάς  οι αμύητοι.                   



xxx                                                                                                                                                                     Β.ΦΙΛΙΑ – Γ.ΠΡΙΝΙΑΝΑΚΗ  – » Τα ημαρτημένα του λεξικού Μπαμπινιώτη ».                        Τα βρωμερά {= φαγώσιμα }είναι εκείνα που προσφέρουν την οσμή {ευοσμία ή κακοσμία}και έχουν να κάνουν με το αισθητήριο της οσφρήσεως . Τα  βρομερά { =θορυβώδη } είναι αυτά προκαλούνται από τους ήχους και έχουν να κάνουν με το αισθητήριο της ακοής.    

 α]. ΒΡΩΜΑΣΘΑΙ  & ΟΓΚΑΣΘΑΙ  ΕΠΙ  ΟΝΩΝ..                                                                   ΑΜΜΩΝΙΟΥ  – »  Λεξικόν Ομοίων  και Διαφόρων  λέξεων ». Φωνές ζώων.                               Το Βρωμάσθαι  λέγεται επί όνων .

ΠΟΛΥΔΕΥΚΟΥΣ  – »Ονομαστικόν ». Φωναί  ζώων.                                                                          Βρωμάσθαι = η βρώμησις των όνων. Το ίδιο και για τους ημιόνους. Λέγεται δε το βρωμάσθαι και ογκάσθαι . Ογκώμενοι = βρωμώμενοι . Ογκηστάς μερικοί από τους ποητές λένε τους όνους.

ΦΩΤΙΟΥ  – «Λέξεων Συναγωγή «.                                                                                                         Βρωμάσθαι = το ογκάσθαι {= το να γκαρίζει } ένα πεινασμένο γα’ι’δούρι. Βρώμα = η φωνή του πεινασμένου γα’ι’δουριού.

Ι.ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ  – »  Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης «.                                               Ογκάομαι = ογκαρίζω , γκαρίζω.

 

β]. ΔΙΟΝΥΣΟΣ  ΒΡΟΜΙΟΣ .                                                                                                                  ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ  – » Θεσμοφοριάζουσαι », {στ. 991-998  }.                                                           Βρόμιε = θεέ του θορύβου.  Βρέμονται = βου’ί’ζουν.

ΖΕΥΣ ΥΨΙ-ΒΡΕΜΕΤΗΣ   &    ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΒΡΟΜΙΟΣ.

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ  – » Βάκχαι », { στ.83-88 }.                                                                                                Βρόμιος = βροντερή θεότητα { Διόνυσος }.Ο Διόνυσος είναι Βρόμιος  επειδή  είναι βροντερός , όχι επειδή είναι  βρωμερός και πορδαλάς.

ΣΟΥΔΑ ή ΣΟΥ’Ι’ΔΑ  – » Λεξικόν » .                                                                                                      Βρόμιος ο Διόνυσος, ο γενεσιουργός των καρπών , παρά το βορά —> βόριμος  και υπερθέσει βρόμιος{;! }..Προφανώς πρόκειται περί παρετυμολογίας. Ο Βρόμιος  δεν σχετίζεται με την καρποφορία αλλά με την βροντή. 

γ].  ΒΡΩΜΑΤΑ ,ΣΗΨΙΣ  και ΠΕΨΙΣ .                                                                                                 H.DIELS  & W.KRANZ – » Οι προσωκρατικοί », τομ .Α’.                                                                  Παλαιά συνήθεια ήταν ,οι άνθρωποι να λένε άσηπτα {=αχώνευτα } ,όσα εμείς λέμε άπεπτα {=αχώνευτα }.

ΚΛΑΥΔΙΟΥ  ΓΑΛΗΝΟΥ  – » Άπαντα », τομ. XVIII . Ιπποκράτους Αφορισμοί .

ΚΛΑΥΔΙΟΥ  ΓΑΛΗΝΟΥ  – » Άπαντα », τομ. XIX  { 372  Kuhn }, Ιατρικοί όροι.                            << … Πώς  Ιπποκράτης και Ερασίστρατος και Εμπεδοκλής και Ασκληπιάδης τας πέψεις της τροφής φασί γίνεσθαι …Εμπεδοκλής δε σήψει  >>.Πώς λένε ο Ιπποκράτης , ο Ερασίστρατος, ο Εμπεδοκλής και ο Ασκληπιάδης ότι γίνεται η πέψη της τροφής ; Ο Εμπεδοκλής λέει [ ότι γίνεται ] με την σήψη.

ΓΙΑΝ.ΠΡΙΝΙΑΝΑΚΗ  – » Η γλώσσα των Ελλήνων είναι η γλώσσα που μιλάει η φύση ».          Aπό το βιβρώσκω  : 1]. Βορά  2]. -Βόρος {ως β’ συνθετικό } 3]. Βρώση  [ > το βρώμα{=φαγητό }  &  η βρώμα {= δυσωδία} καθώς αποσυντίθεται και όζει ,πάλι αποτελεί βρώμα {= δυσωδία} και βρώμα {=φαγητό } για κάποια άλλα πτωματοφάγα  όντα.

Σάρωση_20180409Ο ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ : Το σύνολο των χημικών και βιολογικών μεταμορφώσεων που τελούνται στον οργανισμό , η εναλλαγή της ύλης.                                                                     Είναι ένας συνεχής κύκλος, σε δύο  φάσεις: 1η. Καταβολισμού  2η. Αναβολισμού.                 Ο Καταβολισμός είναι μία εκ των φάσεων του μεταβολισμού ,η περιλαμβάνουσα την σειράν αντιδράσεων την απολήγουσα στην φθορά  και στην μετουσίωση των οργανικών υλών {διάσπαση των μεγάλων μορίων σε μικρότερα μόρια =αποσύνθεση }.                           Ο Αναβολισμός είναι η διαδικασία του μεταβολισμού που περιλαμβάνει τις αντιδράσεις σύνθεσης πολύπλοκων χημικών ουσιών {σύνθεση }.Ο μεταβολισμός  δηλαδή είναι μία μεταβολή των τροφών , οι οποίες  Κατά τον ιατρόν Γαληνόν  τροπή = τροφή .{ εναλλαγή π—>φ }.Εκ του τρέπω το τρέφω , διότι η τροφή για να μας θρέψει πρέπει να υποστεί διάσπαση  και κατεργασία από τον οργανισμό ούτως ώστε να μετατραπεί σε όλα τα αναγκαία προς αφομοίωση και απορρόφηση .                                                                            ΓΑΛΗΝΟΥ  – » Περί φυσικών δυνάμεων », { Α’, 24-26 }.                                                                  Το όνομα του σκοπού αυτού είναι η θρέψη. Το όνομα όμως της λέξεως είναι εξομοίωση { ομοίωσις } του τρέφοντος  με το τρεφόμενο….Μόλις ο χυμός ,που προορίζεται να θρέψει ,βγεί έξω από τα αγγεία, πρώτα διασκορπίζεται παντού , έπειτα προστίθεται , έπειτα προσφύεται και αφομοιώνεται { ομοιούται } τελείως .

 Η ΠΕΨΙΣ :                                                                                                                                              ΠΑΝ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – » Λεξικό ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ».              Πέσσω ή Πέττω ή Πέπτω = μαλακώνω , χωνεύω. Παράγωγα : πέψις { δυσπεψία }, πεπτός { άπεπτος , δύσπεπτος }, πέμμα { < πεπ-μα }= κάθε μαγειρεμένη τροφή.         

ΑΠ.ΤΖΑΦΕΡΟΠΟΥΛΟΥ – » Ετυμολογικές και σημασιολογικές ανιχνεύσεις»{ σελ.214-215}.  Η  πέψη  και τα είδη της.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ  – » Των περί τα ζώα ιστοριών », { Γ’ – 512 b }.                                                    Ιχώρ = άπεπτον αίμα.

OMHΡΟΥ  – ‘ Ιλιάδα », { Ε-339,340 }.                                                                                                    Ιχώρ = άμβροτον  αίμα  θεών.

ΗΣΥΧΙΟΥ του ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ  – » Λεξικόν ».                                                                           Βρότος = αίμα, μολυσμός. Άμβροτοι θεοί = άναιμοι και αμόλυντοι .Αθάνατοι ,άμοιροι βρότου{ δηλ. αίματοςκαι μολύσματος }. 

 THOMAS GAISFORD -» Etymologicon Magnum Lexicon ».                                                          Άμβροτον {α + βροτός }  = αθάνατον , αυτού που οι βροτοί  δεν μπορούν ν’ αγγίξουν ,αιδοίον{= σεβαστόν } , ηδύ { =γλυκό } , λαμπρόν {= λαμπερό } ,ευώδες { =μοσχομυριστό } ,καλόν .Άμβροτοι { α + βρότος } = αθάνατοι . Βρότος  = το αίμα [ του ανθρώπου }.Άμβροτα =κεκρυμμένα.

 Η  ΣΗΨΙΣ :                                                                                                                                              ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ – »Περί  παθών », { 24 }.                                                                                         Στην  λειεντερία { λείον + έντερον }  τα σιτία {=τροφές } αποβάλλονται άσηπτα { =αχώνευτα }και υγρά { =με υδαρές κενώσεις}.                      

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ  – » Μετεωρολογικά  », { Δ’ 379 a }.                                                                        Σήψις = η φθορά της φυσικής θερμότητας από μια εξωτερική θερμότητα.

Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ  – » Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης ».                                                 Άσηπτος  =1. ο μη σηπόμενος , ο ασαπής , αυτός που δεν υπόκειται σε σήψη 2. άπεπτος ,αχώνευτος.

ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ  – » Ανώμαλα ρήματα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης ».            Σήπω = κάνω κάτι να σαπίσει , σαπίζω. Παράγωγα :  α].Σαθρόν = επί  πεπαλαιωμένων και  φθαρμένων { οικία, ένδυμα ,αγγείο κτλ. }  β]. Σαπρόν = επί  των σεσηπότων και κακήν οσμήν αναδιδόντων  [τροφίμων ]  γ].σήψις   δ].σηπτός -άσηπτος.

ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΑΡΙΟΝ  – » Νεκρώσιμος Ακολουθία ».                                                                         <<  Ἂς βγοῦμε καὶ νὰ δοῦμε στοὺς τάφους ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι γυμνὰ ὀστᾶ, τροφὴ γιὰ τὰ σκουλήκια καὶ δυσοσμία { = σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία }  καὶ νὰ σκεφτοῦμε ποιὰ ἀξία ἔχει ὁ πλοῦτος, ἡ ὀμορφιά, ἡ δύναμη καὶ ἡ εὐπρέπεια. >>

ΗΛΙΟΣ  – » Νεώτερον  Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν ».                                                                         Βρώμα {<  βρώμος } = κακοσμία ,δυσοσμία   και  ακαθαρσία ,ρυπαρότητα από τις οποίες αναδίδεται η δυσωδία. Η έκφραση << βρώμα και δυσωδία >> από την νεκρώσιμην ακολουθία της εκκλησίας σημαίνει ότι μετά θάνατον γίνεται << γυμνά οστέα ο άνθρωπος σκωλήκων βρώμα [= τροφή]  και δυσωδία  >>.

 Γ.ΖΗΚΙΔΟΥ –  » Πότερον Βρώμος  δια του [Ω] γραπτέον ή Βρόμος  δια του [Ο]                                                  το σημαίνον την δυσωδίαν ; » .

Γ.ΖΗΚΙΔΟΥ –  » Πότερον Βρώμος  δια του [Ω] γραπτέον ή Βρόμος  δια του [Ο]                                                  το σημαίνον την δυσωδίαν ; »

RENE MAGRITTE  – » The False Mirror », { 1928 }.The-False-Mirror-Painting-by-Rene-Magritte.-600x450

Το  πραγματικά »Μεγάλο λεξικό  όλης της Ελληνικής γλώσσας »του Δ.Δημητράκου  δεν καταγράφει τύπο » βρόμικος » παρά μόνον’‘ βρώμικος».                                                             Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ  – » Μέγα  Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης » .                                                    Βρωμίζω = καθιστώ τι ακάθαρτο  , ρυπαίνω , λερώνω .Βρωμίζομαι = ρυπαίνομαι , λερώνομαι ,ιδίως δια περιττωμάτων. Βρώμικος = ρυπαρός ,ακάθαρτος ,βρωμερός ,σεσηπώς [=σάπιος] , αυτός που μυρίζει άσχημα.

GILBERT & GEORGE – » Flying shit », { 1994 }.Σάρωση_20180322 (6)

I]. Γιατί  το  9τομο  » Λεξικόν  όλης της  Ελληνικής γλώσσης » του Δ. Δημητράκου είναι  πραγματικά  Μέγα ;  Διότι  είναι ένας εκδοτικός άθλος, όπου λεξικογραφούν οι καθαρευουσιάνοι μαζί με τους δημοτικιστές. Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται όλα τα λήμματα όλης της Ελληνικής γλώσσας, από την Ομηρική μέχρι τη σύγχρονη εποχή σε ενιαίο λεξικό .Αποτελεί τη βάση όλης της ελληνικής λεξικογραφίας .Όλα δε τα μετέπειτα λεξικά αποτελούν συμπληρώματα αυτού του  μεγάλου λεξικού.

II]. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ – » Ανώμαλα ρήματα της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης ».      Προσέξτε αυτό το καταπληκτικό ανώμαλο ρήμα , το εσθίω .Κανείς βεβαίως δεν το χρησιμοποιεί σήμερα αυτούσιο , αλλά από τους χρόνους του ρήματος αυτού παράγονται εξαιρετικές λέξεις  της καθομιλουμένης : Εσθίω { > εστιατόριο } –  Έδομαι { > έδεσμα ,εδώδιμος [=φαγώσιμος] ,οδούς-όντος [=δόντι ] , νήστις [ νη-εδ-τις ]= νηστικός  , άριστον {αρι-εδ-τον} =πρω’ι’νό  γεύμα   – Έφαγον { > φαγέδαινα = ελκώδη  και διαβρωτική επεξεργασία [ φάγωμα ],ταχυ-φαγείον [φάστ φούντ ] ,φαγητό ,φαγοκύτταρο,  φαγούρα,  φαγωμάρα.

ΠΟΛΥΔΕΥΚΟΥΣ   – » Ονομαστικόν », βιβλ. ς’ ,{ από εδεσμάτων }.                                                 »Oίον έδοντές τινες  ,οι οδόντες »{  < έδονται  < εσθίω . Έδομαι  { < *εδ —-> Edo [Λατ.] }.

III]. ΙΑΚ. ΡΩΤΑ  – » Απάνθισμα επιστολών Αδαμαντίου Κοραή », σελ.182.                                 <<  Να θυμάσαι πάντοτε το » [ Νάφε και ] μέμνασο απιστείν  Επίχαρμος  » , αλλ’ όμως  απ’ την άλλη μεριά , όπως κάνει ο φρόνιμος , μήτε  να έχεις υπερβολική  απιστία ,όπως  γράφει κι ο Ησίοδος  >>.

ΗΣΙΟΔΟΥ   –  »Έργα και Ημέραι » , {στ. 370 }                                                                                    Διότι το ίδιο οι πίστεις και οι απιστίες καταστρέφουν τους ανθρώπους .

ΒΙΒΠΛΙΟΓΡΑΦΙΑ :

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ  ΒΙΒΛΙΑ , ΕΛΕΓΧΕΤΕ  ΤΙΣ  ΠΗΓΕΣ.